- ἀτμήν
- ἀτμήν, ένος, ὁ,A slave, servant, Call.Aet.1.1.19, Epic.inArch.Pap. 7.4, Et.Gen., Sch.Nic.Al.172,426.
Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.
Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.
ἀτμήν — ἀτμή fem acc sg (attic epic ionic) ἀτμήν slave masc nom/voc sg ἀτμός steam fem acc sg (attic epic ionic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἀτμένα — ἀτμήν slave masc acc sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἀτμένες — ἀτμήν slave masc nom/voc pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἀτμένος — ἀτμήν slave masc gen sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
υπάτμενοι — Α (κατά τον Ησύχ.) «δοῡλοι, ὑπουργοί». [ΕΤΥΜΟΛ. < ὑπ(ο) * + ἀτμήν, ἀτμένος «δούλος, υπηρέτης»] … Dictionary of Greek